- ἀβέβηλος
- ἀ-βέβηλος, (nicht zu betreten, dah.) unbetretbar, geweiht, heilig
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀβέβηλος — sacred masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αβέβηλος — η ο (Α ἀβέβηλος, ον) [βέβηλος] 1. (για τόπο) ιερός, άβατος 2. (για ανθρώπους) όσιος, αγνός, άσπιλος, αμόλυντος … Dictionary of Greek
ἀβέβηλον — ἀβέβηλος sacred masc/fem acc sg ἀβέβηλος sacred neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβεβήλοις — ἀβέβηλος sacred masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβεβήλου — ἀβέβηλος sacred masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβεβήλους — ἀβέβηλος sacred masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβεβήλων — ἀβέβηλος sacred masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβεβήλῳ — ἀβέβηλος sacred masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβέβηλα — ἀβέβηλος sacred neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβέβηλοι — ἀβέβηλος sacred masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)